διάδημα

διάδημα
(головная) повязка

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "διάδημα" в других словарях:

  • διάδημα — το диадема – 1) царский венец из драгоценных металлов и камней, символ царской власти. Буквально означает повязку с висящими сзади концами, которую носили на голове; 2) нимб у святых, см. άλως, δόξα Этим. дргр. < διαδέω < δια + δέω… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • διάδημα — band neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάδημα — Ταινία ή στεφάνι από χρυσό ή άλλο υλικό που τη φορούσαν στο κεφάλι ως κόσμημα ή σύμβολο εξουσίας από την αρχαιότητα. Η προέλευση του δ. είναι αβέβαιη, αλλά είναι γνωστό πως το χρησιμοποίησαν ευρύτατα οι αρχαίοι Έλληνες, προσδίδοντάς του πολιτική… …   Dictionary of Greek

  • διάδημ' — διάδημα , διάδημα band neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαδημάτων — διάδημα band neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαδήμασι — διάδημα band neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαδήμασιν — διάδημα band neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαδήματα — διάδημα band neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαδήματι — διάδημα band neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαδήματος — διάδημα band neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στέμμα — Καθετί που χρησιμοποιείται για στεφάνωμα, και κυρίως το διάδημα (ταινία που περιδένει τα μαλλιά ή η κορόνα) του κεφαλιού ως σύμβολο της βασιλικής εξουσίας. Γενικότερα είναι και η ίδια η βασιλική εξουσία, ο βασιλιάς και η απεικόνιση του στις… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»